Παρασκευή, 2 Μαΐου 2014

Αδιέξοδο

Άνοιξε απότομα τα μάτια του, νιώθοντας λίγο ζαλισμένος. Είχε την εντύπωση πως κράτησε τα βλέφαρά του κλειστά μόνο για μερικά δευτερόλεπτα. Στην πραγματικότητα όμως ήταν κλειστά για πολύ παραπάνω. Κοίταξε γύρω του. Διαπίστωσε πως το ελαφρώς φωτισμένο δωμάτιο στο οποίο βρισκόταν ήταν το δικό του δωμάτιο, ο προσωπικός του χώρος όπου περνούσε τις περισσότερες ώρες της ημέρας, είτε για να χαθεί στα κείμενά του, είτε για να χαλαρώσει. Ήταν καθισμένος στην αγαπημένη του μαύρη και φθαρμένη από το χρόνο, δερμάτινη πολυθρόνα. Κοίταξε ίσια μπροστά και αυτό που αντίκρισε δε του άρεσε ιδιαίτερα. Απέναντί του βρίσκονταν δυο παράθυρα, τοποθετημένα συμμετρικά στον τοίχο, το ένα δίπλα στο άλλο. Μέσα από αυτά θα έπρεπε να βλέπει τα φώτα των κτιρίων της Νέας Υόρκης, αλλά τώρα δεν έβλεπε απολύτως τίποτε. Πετάχτηκε από τη πολυθρόνα και με γρήγορα βήματα πλησίασε στο αριστερό παράθυρο. Αμέσως διαπίστωσε πως πέρα από αυτό υπήρχε μόνο σκοτάδι. Τότε με τρόμο είδε πως δεν υπήρχε ούτε κούφωμα, ούτε τζάμι. Σα να είχαν εξαφανιστεί με μαγικό τρόπο. Προσπάθησε να απλώσει το χέρι του και συνειδητοποίησε πως δε μπορούσε να το κάνει. Μια αόρατη δύναμη το σταματούσε τη στιγμή που περνούσε το όριο του ανοίγματος. Μετακινήθηκε στο διπλανό παράθυρο, το ίδιο ακριβώς. Κρύος ιδρώτας τον έπιασε και οι χτύποι της καρδιάς του εκτοξεύθηκαν στα ύψη. Γύρισε απότομα και κάρφωσε το βλέμμα του στη πόρτα του δωματίου. Έτρεξε και έπιασε το στρογγυλό πόμολο. Το έστριψε μέσα στην αγωνία. Μάταια. Ήταν κλειδωμένη. Άρχισε να κτυπάει δυνατά τη ξύλινη πόρτα και με τις δύο του γροθιές. Μπορεί να βρισκόταν στο αγαπημένο δωμάτιο του σπιτιού του αλλά ήθελε όσο τίποτε άλλο να βγει από αυτό. Είχε τρομοκρατηθεί. Άνοιξε το στόμα του και επιχείρησε να φωνάξει για βοήθεια. Ίσως κάποιος να τον άκουγε. Και τότε πανικοβλήθηκε, όπως ποτέ στη ζωή του. Δεν έβγαινε φωνή. Λες και κάποιος του την είχε κλέψει. Γονάτισε μπροστά στην ασφαλισμένη πόρτα και δάκρυα άρχισαν να τρέχουν από τα μάτια του. Δεν ήξερε τι να κάνει. Σε λίγο, σα να ήταν έτοιμος να επιτεθεί, σηκώθηκε και συνέχισε να κτυπά ξανά τη πόρτα με τις γροθιές του. Έμενε μόνος του, όμως είχε αρχίσει να καταλαβαίνει πως κάτι δε πήγαινε καθόλου καλά. Ίσως να μη βρισκόταν καν στο σπίτι του. Αφού πέρασαν δέκα λεπτά εγκατέλειψε την προσπάθεια. Η πόρτα παρέμενε κλειδωμένη και κανένας δεν είχε έρθει για να τον απελευθερώσει.

Επέστρεψε στη πολυθρόνα του. Βυθίστηκε σ' αυτήν. Με την καρδιά του να πάλλεται αδιάκοπα παρατήρησε προσεκτικά το δωμάτιο γύρω του. Ταυτόχρονα σκέφτηκε πως πρέπει να ηρεμήσει λίγο, μήπως και του έρθει καμιά ιδέα για το τι μπορεί να συμβαίνει. Ήταν όντως στο δωμάτιό του. Εκεί στεκόταν η βιβλιοθήκη με τα πολύτιμα βιβλία του. Δίπλα του ήταν το γραφείο του. Παραδίπλα ένα μικρό έπιπλο που μέσα του έκρυβε τα αγαπημένα του cd. Το cd player, ο καλόγερος που κρεμούσε τα πανωφόρια του, ένας καθρέφτης και διάφορα άλλα μικροαντικείμενα. Ο χώρος ήταν απίστευτα καθαρός και τακτοποιημένος, κάτι που του φάνηκε περίεργο, μιας και ο ίδιος ήταν πάντοτε της ακαταστασίας. Τότε είδε κάτι καινούριο. Στον αριστερό τοίχο ήταν κρεμασμένος ένας πίνακας. Η δική του προσωπογραφία, που δεν είχε ξαναδεί.

Έκλεισε τα μάτια του. Αναρωτιόταν μέσα του μήπως όλα αυτά ήταν ένα όνειρο, ένας εφιάλτης. Μόνο έτσι θα μπορούσε να χαρακτηριστεί αυτό που βίωνε. Το μέρος στο οποίο λάτρευε να απομονώνεται και που ήταν πάντα ένας τόπος έμπνευσης, είχε γίνει η φυλακή του. Ήταν ένα κλουβί από το οποίο δε μπορούσε να βγει. Δεν ήξερε πως να το χειριστεί όλο αυτό. Άρχισε να πνίγεται, καθώς ένιωσε τον αέρα να λιγοστεύει. Ξεκούμπωσε το πρώτο κουμπί από το λευκό πουκάμισο που φορούσε και είπε μέσα του...

"Βαθιές ανάσες Alexander. Θα τη βρεις τη λύση."

Αυτό ήταν το όνομα του νέου άντρα, λίγο πάνω από τα 35, που δεν ήξερε αν ζούσε σε όνειρο ή στην πραγματικότητα. Ξεκίνησε αργές, βαθιές αναπνοές και σύντομα τα κατάφερε. Ηρέμησε! Εστίασε το βλέμμα του στα παράθυρα. Ήταν σαν έξω από αυτά να υπήρχε το απόλυτο κενό. Ξαφνικά, στο αριστερό από αυτά πρόσεξε κάτι διαφορετικό. Σηκώθηκε στο λεπτό και πλησίασε. Κοίταξε ακόμη πιο προσεκτικά στην δεξιά γωνία του, μέσα στο σκοτάδι. Ήταν σα κάποιος να είχε καρφιτσώσει μια μικρή φωτογραφία. Ήταν μια μακρινή εικόνα, με ακανόνιστα και θολά όρια, που έμενε ακίνητη όση ώρα δε καταλάβαινε τι έδειχνε. Ήταν ξεκάθαρο το τι αποτελούσε αυτή η εικόνα αλλά ο ίδιος δεν ήθελε να το δει. Τη στιγμή που το αποδέχτηκε η εικόνα μετακινήθηκε αστραπιαία προς το μέρος του, γεμίζοντας τα παράθυρα απ' άκρη σ' άκρη και μετατρέποντάς τα σε κάτι σαν πύλες, μέσα από τις οποίες μπορούσε να βλέπει το τι διαδραματίζεται σε έναν άλλο χώρο.

Έμεινε αρκετή ώρα και χάζευε σχολαστικά αυτό που έβλεπε εμπρός του, πότε από το ένα παράθυρο, πότε από το άλλο. Ήταν το δωμάτιο ενός νοσοκομείου. Στο κέντρο του υπήρχε ένα κρεβάτι και πάνω του ένας ασθενής με αμέτρητα σωληνάκια να ξεκινούν από αυτόν και πολλά μηχανήματα να τον περιβάλλουν. Δίπλα σε ένα τραπέζι είδε ένα βάζο με φρέσκες, ολόλευκες μαργαρίτες. Το βλέμμα του έπεσε αμέσως στη καρτέλα που ήταν κρεμασμένη στο κρεβάτι. Με βουρκωμένα μάτια διάβασε αργά...

"Alexander Lightheart"

Ένιωσε μια ξαφνική, ακόμη πιο έντονη ζαλάδα και την ώρα που έβαζε το δεξί του χέρι στον τοίχο για να στηριχτεί, δεκάδες εικόνες πλημμύρισαν το μυαλό του. Οι εικόνες έδειχναν τον ίδιο στη θέση του οδηγού ενός μικρού αυτοκινήτου, με ακουστικό στο αυτί, να στέλνει φιλιά στο άτομο με το οποίο συνομιλούσε, την ώρα που ένα λεωφορείο ερχόταν κατά πάνω του με ανεπτυγμένη ταχύτητα. Οι εικόνες έπαιρναν βίαια η μία τη θέση της άλλης. Καπνός, αίμα, τσαλακωμένες λαμαρίνες. Παραπατώντας έφτασε στη πολυθρόνα, αλλά δε κάθισε σχεδόν καθόλου. Κατευθύνθηκε προς τον καθρέφτη και κοιτάχτηκε μέσα σ' αυτόν. Τα ξανθά του μαλλιά ήταν λουσμένα στο αίμα. Το γεμάτο γωνίες πρόσωπό του είχε αμέτρητα βαθιά κοψίματα. Το αριστερό του μάτι ήταν κατακόκκινο. Στον λαιμό του μισοφαίνονταν μώλωπες. Ξεκούμπωσε το πουκάμισο και διαπίστωσε πως όλο του το σώμα είχε κακώσεις. Έκλεισε τα μάτια του σφικτά και όταν τα άνοιξε όλα είχαν εξαφανιστεί, η όψη του είχε γίνει και πάλι φυσιολογική. Έμεινε για λίγη ώρα εκεί και όλα ξεκαθάρισαν. Επιτέλους οι αναμνήσεις του επέστρεφαν.

Είχε τρακάρει με το αυτοκίνητό του την ώρα που πήγαινε να συναντήσει την αγαπημένη του Annie. Και όπως όλα έδειχναν, τραυματίστηκε πολύ άσχημα. Δε βρισκόταν στο δωμάτιό του και τα ανοίγματα στον τοίχο ήταν απλώς παράθυρα προς την πραγματικότητα. Το μυαλό του, μιας και μέσα σ' αυτό ήταν κλεισμένος, είχε πλάσει για περιβάλλον ότι πιο οικείο γινόταν. Ίσως για να νιώσει πιο άνετα, ίσως για να μη τρομάξει από την αποκάλυψη της αλήθειας. Το σώμα του βρισκόταν σε κάποια μονάδα εντατικής θεραπείας, σε κώμα. Δεν είχε καμία απολύτως επικοινωνία.

Πήγε πάλι στα παράθυρα. Παρατηρητής του ίδιου του του εαυτού. Τα μάτια του έψαξαν το σώμα του. Ήταν σκεπασμένος με μια λευκή κουβέρτα, χωρίς πλέον να φαίνονται ιδιαίτερα οι τραυματισμοί στο πρόσωπό του και εμφανώς αδυνατισμένος. Εκείνη τη στιγμή άνοιξε η πόρτα και μια κοπέλα μπήκε. Η καρδιά του άρχισε να κτυπά δυνατά και γρήγορα. Ήταν η λατρεμένη του Annie. Την αναγνώρισε αμέσως αν και είχε κάτι το διαφορετικό πάνω της. Τα μαλλιά της ήταν πιο ανοιχτόχρωμα και γενικά έδειχνε αλλαγμένη, ταλαιπωρημένη. Ένα τεράστιο χαμόγελο εμφανίστηκε στο πρόσωπό του, αλλά αυτό χάθηκε όταν συνειδητοποίησε το πόσο του έλειπε και κυρίως όταν σκέφτηκε το τι μαρτύριο πρέπει να αποτελούσε όλη αυτή η κατάσταση για την ίδια. Η Annie είχε πια κάτσει σε μια καρέκλα δίπλα στο σώμα του και του κρατούσε το χέρι. Συχνά έσκυβε, του ψιθύριζε κάτι. Τότε το βλέμμα του έπεσε πάνω σε ένα επιτραπέζιο ημερολόγιο που ήταν τοποθετημένο δίπλα στο βάζο με τα λουλούδια.

...11 Μαΐου 2017...

Χλόμιασε, κόντεψε να σωριαστεί στο πάτωμα. Είχαν περάσει τέσσερα ολόκληρα χρόνια. Είχε την εντύπωση πως ο χρόνος δεν είχε κυλήσει τόσο γρήγορα. Πως ήταν ακόμη στο 2013, κοντά στη στιγμή του ατυχήματος. Έσκυψε το κεφάλι του για λίγο. Όταν κοίταξε μέσα από το παράθυρο η Annie είχε πια φύγει. Έμεινε όρθιος, εκεί μπροστά στα παράθυρα για ώρες ατέλειωτες, με το βλέμμα χαμένο στο άπειρο και με το μυαλό του να αδυνατεί να τα δεχτεί όλα αυτά.

Ο καιρός άρχισε να περνά με γρήγορο ρυθμό. Οι μέρες έγιναν εβδομάδες και σε λίγο μήνες...και ο Alexander ήταν εκεί, ακινητοποιημένος σ' αυτή τη περίεργη, αιώνια φυλακή του...στο μυαλό του. Κάποιες φορές τα παράθυρα έδειχναν το δωμάτιο στο νοσοκομείο, κάποιες άλλες όμως έδειχναν μόνο το μαύρο κενό. Και ο ίδιος απλά παρατηρούσε. Δε μπορούσε να κάνει κάτι άλλο. Δεν έλειψαν οι φορές που δεν άντεχε, που λύγιζε, που κτυπούσε τη πόρτα παρά το γεγονός ότι ήξερε πως κανένας δε πρόκειται να έρθει. Είχε συμβιβαστεί με την ιδέα ότι έστω κι έτσι είναι ζωντανός κι ας ήταν αυταπάτη. Όμως σταδιακά άρχισε να νιώθει δυσφορία για τη κατάστασή του. Πίστευε πως αργά ή γρήγορα θα ξυπνούσε και το ξύπνημα, που περίμενε πως και πως, αργούσε πολύ. Η απογοήτευσή του γινόταν μεγαλύτερη από αυτά που έβλεπε και άκουγε. Η Annie παραμελούσε όλο και περισσότερο τον εαυτό της, ενώ η προσκόλλησή της στον Alexander την κρατούσε δέσμια και την είχε ρίξει σε μια μορφή κατάθλιψης. Από νωρίς πληροφορήθηκε πως ο πατέρας του λίγους μήνες μετά το ατύχημά του έπαθε έμφραγμα και πέθανε. Δεν άντεξε τον πόνο. Ο Alexander ήταν άλλωστε το μοναχοπαίδι του. Οι γιατροί, όποτε έμπαιναν στο θάλαμο και ήταν μόνοι τους, αδιαφορώντας για το αν ο ίδιος τους άκουγε ή όχι, έλεγαν συνεχώς πως έχει γίνει βάρος στους δικούς του και ότι μόνο τα μηχανήματα τον κρατάνε σ' αυτή τη κατάσταση.

Ο χρόνος προχώρησε κι άλλο. Τίποτε δεν άλλαξε όμως. Το ξύπνημα δεν ήρθε ποτέ και ο Alexander άρχισε να μην ελπίζει σ' αυτό. Δε σηκωνόταν πια από τη πολυθρόνα του. Το να βλέπει τη μητέρα του και την αγαπημένη του ανήμπορες να προχωρήσουν στη ζωή τους, μόνο θλίψη του προκαλούσε. Η μητέρα του φαινόταν πως δεν θα ήταν πότε διατεθειμένη να "τραβήξει τη πρίζα", να δώσει ένα τέλος σ' αυτό το τραγικό παιχνίδι της μοίρας.

Είχε αρχίσει να θεωρεί τον εαυτό του παγιδευμένο ανάμεσα στη ζωή και στο θάνατο. Η παρατεταμένη παραμονή σ' αυτό το κελί με τη γνώριμη εμφάνιση τον γέμιζε με οργή. Έψαχνε να βρει τρόπο διαφυγής από αυτούς τους τέσσερις τοίχους. Ήθελε να μπορέσει να δώσει στους αγαπημένους του μια ανάσα, μια ευκαιρία να προχωρήσουν και το να μένει εκεί δε βοηθούσε καθόλου σ' αυτό. Τότε θυμήθηκε κάτι που ίσως να τα άλλαζε όλα!

Ξεκόλλησε επιτέλους από τη πολυθρόνα και γονάτισε ακριβώς μπροστά στο γραφείο του. Πίεσε ένα από τα ξύλινα κομμάτια του δαπέδου και τότε αυτό κάνοντας έναν χαρακτηριστικό ήχο πετάχτηκε λίγο προς τα πάνω. Το άνοιξε τελείως και έβαλε το χέρι του μέσα στη μικρή κρύπτη που εμφανίστηκε. Όταν το έβγαλε, κρατούσε ένα περίστροφο. Γνώριζε πως ήταν γεμάτο. Χωρίς καθυστέρηση στάθηκε κοντά στην πόρτα του δωματίου και πυροβόλησε τρεις φορές στο σημείο της κλειδαριάς. Τη διέλυσε και η πόρτα μισάνοιξε. Πώς δε θυμήθηκε πιο νωρίς το κρυμμένο όπλο;...σκέφτηκε και αναστέναξε με ανακούφιση. Το αίσθημα όμως αυτό εξαφανίστηκε στο δευτερόλεπτο αφού ανοίγοντας διάπλατα τη πόρτα προσπάθησε να τη διαβεί, δυστυχώς χωρίς επιτυχία. Δε μπορούσε να περάσει, όπως ακριβώς και με τα παράθυρα. Πέταξε το όπλο εκνευρισμένος. Και τότε γεννήθηκε μια νέα ιδέα διαφυγής. Μια λύση ίσως καλύτερη και ιδανικότερη για όλους.

Στάθηκε μπροστά στα παράθυρα, αφού προηγουμένως μάζεψε από το πάτωμα το περίστροφο. Έριξε μια τελευταία ματιά στο βυθισμένο σε έναν ατελείωτο ύπνο σώμα του και ανοίγοντας το στόμα του τοποθέτησε τη κάνη του όπλου ανάμεσα στα δόντια του. Κλείνοντας τα μάτια του πάτησε χωρίς δισταγμό τη σκανδάλη και έπεσε στο πάτωμα ενώ γύρω του το αίμα απλώθηκε άφθονο. Ένα μικρό δάκρυ ωστόσο πρόλαβε να τρέξει. Ένα δάκρυ χαράς, λύτρωσης και όχι λύπης. Πίστευε πως αυτή η τελευταία του ιδέα θα απελευθέρωνε τον ίδιο και τους αγαπημένους του από το μαρτύριο της απέλπιδης αναμονής. Δεν έπεσε έξω. Όλα μαύρισαν αρχικά. Στο θάλαμο της εντατικής τα μηχανήματα άρχισαν να εκπέμπουν ανησυχητικούς ήχους. Έπαθε ανακοπή. Γιατροί και νοσοκόμες έτρεξαν. Του έκαναν ανάνηψη, αλλά δεν επανήλθε.

Το δωμάτιο είχε εξαφανιστεί. Ένα λευκό φως σκέπασε τα πάντα διαλύοντας το σκοτάδι. Και ο Alexander χάθηκε μέσα σ' αυτό, με μια απίστευτη γαλήνη μέσα του και με μια ενθουσιώδη προσμονή για το οτιδήποτε υπήρχε παραπέρα...


* Το παραπάνω διήγημα δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στο www.diavasame.gr, καθώς βγήκε 12ο στο διαγωνισμό διηγήματος με θέμα τους "κλειστούς χώρους", που διεξήγαγε το συγκεκριμένο site και οι εκδόσεις Ars Nocturna. Το "Αδιέξοδο" είναι αφιερωμένο στη μνήμη της μητέρας μου, που έφυγε στις 20 Μαΐου του 2013 μετά από κώμα τριών εβδομάδων...Την ιδέα για το κώμα και το δωμάτιο/μυαλό/φυλακή την είχα πολύ πριν γίνει το οτιδήποτε...